Τετάρτη, 28 Δεκεμβρίου 2011

Ο Ευγένιος Τριβιζάς για τον όρο PIGS


Ο Ευγένιος Τριβιζάς για τον όρο PIGS

Οι απόψεις του Ευγένιου Τριβιζά (καθηγητή εγκληματολογίας στην Μ. Βρεττανία και συγγραφέα παιδικών βιβλίων) για τον όρο PIGS:

απο την Πυξίδα της πόλης 




O χαρακτηρισμός των Ελλήνων ως απατεώνων, προδοτών και άλλων τινών δεν είναι παρά μία ακόμα περίπτωση του κοινωνιολογικού φαινομένου της επικλήσεως αρνητικών εθνικών στερεοτύπων σε περιπτώσεις κρίσεων. Αντί να κρίνονται και να κατακρίνονται αποφάσεις ή ενέργειες συγκεκριμένων ατόμων, στιγματίζεται συλλήβδην έναs ολόκληρoς λαός. Το πιο επικίνδυνο στερεότυπο είναι η αμφισβήτηση της ανθρώπινης φύσης φυλών και εθνών.
Το αρκτικόλεξο «ΡΙGS»(*) (ΓΟΥΡΟΥΝΙΑ), το οποίο χρησιμοποιούν Δυτικοευρωπαίοι και Αγγλοσάξονες επενδυτές και σχολιαστές, ως συνοπτικό τρόπο αναφοράς στους λαούς της Νότιας Ευρώπης και τις οικονομίες τους, δεν είναι μόνο μια κακόγουστη προσβολή. Είναι μια σύγχρονη εκδοχή του ιστορικού φαινομένου της αμφισβήτησης της ανθρώπινης φύσης του συνανθρώπου, της διαδικασίας κατά την οποία μέλη μιας εθνικής ομάδας υποβιβάζουν τα μέλη μιας άλλης στο επίπεδο των ζώων, μεταδίδοντας έμμεσα το μήνυμα ότι είναι άξια να τύχουν παρόμοια με αυτά μεταχείρισης.
Αν και ορισμένα έντυπα, όπως οι «Financial Τimes», και τράπεζες, όπως η Βarclays, κατόπιν καταγγελιών, όπως εκείνη του Πορτογάλου υπουργού Οικονομικών, απαγόρευσαν τη χρήση του, ο όρος κινδυνεύει να καθιερωθεί. Όσοι εξακολουθούν να τον χρησιμοποιούν δεν αντιλαμβάνονται τη σοβαρότητα μιας τέτοιας πρακτικής. Λησμονούν ότι παρόμοιες μειωτικές εκφράσεις είχαν χρησιμοποιηθεί συστηματικά κατά το παρελθόν για να απευαισθητοποιήσουν την κοινή γνώμη, να αναστείλουν τυχόν ενδοιασμούς, να απενεργοποιήσουν τη συναισθηματική ταύτιση και να διευκολύνουν διωγμούς, σφαγές, ακόμα και γενοκτονίες.
Της γενοκτονίας της Ρουάντας για παράδειγμα είχε προηγηθεί μια κυβερνητικά συντονισμένη εκστρατεία λεκτικής «αποκτήνωσης» των θυμάτων και κατά τη διάρκεια του Παγκοσμίου Πόλεμου η ιαπωνική προπαγάνδα είχε χρησιμοποιήσει την ίδια μέθοδο εναντίον των Αμερικανών. Η πιο ακραία, βέβαια περίπτωση, ήταν εκείνη του Τρίτου Ράιχ. Ένα από τα σκευάσματα που χρησιμοποιήθηκαν για τη γενοκτονία των Εβραίων στα στρατόπεδα συγκεντρώσεως, ήταν το παρασιτοκτόνο Ζyclon Β. Πολύ πριν, όμως, οι κρατούμενοι εξοντωθούν με παρασιτοκτόνα, είχε προηγηθεί η απομείωση της ανθρώπινης φύσης τους από τον ναζιστικό μηχανισμό προπαγάνδας.
Εκφράσεις όπως «αρουραίοι», «μολυσματικά ζωύφια» είχαν χρησιμοποιηθεί συστηματικά για τον χαρακτηρισμό τους. Και φυσικά όταν εκλαμβάνεις τους αντιπάλους σου όχι ως ανθρώπους αλλά ως κτήνη ή παράσιτα, δεν έχεις και πολλούς ενδοιασμούς για να τους εξοντώσεις προκειμένου να ανακυκλώσεις τις τρίχες ή το λίπος τους. Η λεκτική «αποκτηνωτική» βία αποτελεί συχνά τον προθάλαμο πραγματικής και όχι μόνο στη διεθνή σκηνή.
Σε έρευνά μου για τα εγκλήματα του όχλου είχα κάνει διάκριση μεταξύ δύο κατηγοριών υβριστικών εκφράσεων, εκείνων οι οποίοι αρνούνται τον ανδρισμό του αντιπάλου και εκείνων οι οποίοι αρνούνται την ανθρώπινη φύση του και είχα διαπιστώσει ότι η πρώτη ανοίγει τον δρόμο σε ριτουαλιστική και η δεύτερη σε πραγματική βία. Οι τραγικές συνέπειες της λεκτικής «αποκτήνωσης» είναι ο λόγος για τον οποίο οι ανθρωπολόγοι Μontagu και Μatson θεωρούν ότι οι διαδικασίες άρνησης της ανθρώπινης υπόστασης συνανθρώπων είναι «ο πέμπτος καβαλάρης της Αποκαλύψεως» . Θα ήταν υπερβολικό, βέβαια, να ισχυριστεί κανείς ότι οι χρήστες του όρου «ΡΙGS» προετοιμάζουν το έδαφος για την οικονομική κατακρεούργηση των άσωτων «γουρουνιών» του Νότου.
Είναι όμως απορίας άξιο το ότι πολιτισμένοι άνθρωποι φτάνουν στο σημείο να διαδίδουν μειωτικές εκφράσεις που τόσα δεινά έχουν προκαλέσει κατά το παρελθόν. Όταν δεν αντιμετωπίζουμε τους άλλους ως άτομα, αλλά ως εκπροσώπους στερεοτύπων, όταν μία εθνότητα θεωρείται ότι ενσαρκώνει το έντιμο και το ηθικό και ο αντίπαλος το δόλιο και το ανήθικο, τότε ανοίγει διάπλατα ο δρόμος για κάθε λογής βαρβαρότητα. Ούτε οι Νότιοι είναι «γουρούνια», ούτε οι Έλληνες είναι εκ γενετής απατεώνες, ούτε οι Γερμανοί επιρρεπείς σε γενοκτονίες.
Το καλό και το κακό ενυπάρχει στον καθένα και το δεύτερο μπορεί εύκολα να πυροδοτηθεί από λεκτικές κοινωνικές διαδράσεις. Ας ελπίσουμε ότι ο «πέμπτος καβαλάρης της Αποκαλύψεως», προτού συνεχίσει τη νέα του επέλαση, θα σκοντάψει στους βράχους της λογικής και της κοινής μας ανθρωπιάς.

Ευγένιος Τριβιζάς

Παρασκευή, 2 Δεκεμβρίου 2011

Τρίτη, 8 Νοεμβρίου 2011

“Ἀνήκω σὲ µία χώρα µικρή.

Ἕνα πέτρινο ἀκρωτήρι στὴ Μεσόγειο, ποὺ δὲν ἔχει ἄλλο ἀγαθὸ παρὰ τὸν
ἀγώνα τοῦ λαοῦ, τὴ θάλασσα, καὶ τὸ φῶς τοῦ ἥλιου.
Εἶναι µικρὸς ὁ τόπος µας, ἀλλὰ ἡ παράδοσή του εἶναι τεράστια καὶ τὸ
πράγµα ποὺ τὴ χαρακτηρίζει εἶναι ὅτι µᾶς παραδόθηκε χωρὶς διακοπή.
Ἡ ἑλληνικὴ γλῶσσα δὲν ἔπαψε ποτὲ της νὰ µιλιέται. Δέχτηκε τὶς
ἀλλοιώσεις ποὺ δέχεται καθετὶ ζωντανό, ἀλλὰ δὲν παρουσιάζει κανένα
χάσµα.
Ἄλλο χαρακτηριστικὸ αὐτῆς τῆς παράδοσης εἶναι ἡ ἀγάπη της γιὰ τὴν
ἀνθρωπιά, κανόνας της εἶναι ἡ δικαιοσύνη.
Στὴν ἀρχαία τραγωδία, τὴν ὀργανωµένη µὲ τόση ἀκρίβεια, ὁ ἄνθρωπος ποὺ
ξεπερνᾶ τὸ µέτρο, πρέπει νὰ τιµωρηθεῖ ἀπὸ τὶς Ἐρινύες.
Ὅσο γιὰ µένα συγκινοῦµαι παρατηρώντας πὼς ἡ συνείδηση τῆς δικαιοσύνης
εἶχε τόσο πολὺ διαποτίσει τὴν ἑλληνικὴ ψυχή, ὥστε νὰ γίνει κανόνας τοῦ
φυσικοῦκόσµου.
Καὶ ἕνας ἀπὸ τοὺς διδασκάλους µου, τῶν ἀρχῶν τοῦ περασµένου αἰώνα,
γράφει: «… θὰ χαθοῦµε γιατί ἀδικήσαµε …».
Αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος ἦταν ἀγράµµατος. Εἶχε µάθει νὰ γράφει στὰ τριάντα
πέντε χρόνια τῆς ἡλικίας του.  Ἀλλὰ στὴν Ἑλλάδα τῶν ἡµερῶν µας, ἡ
προφορικὴπαράδοση πηγαίνει µακριὰ στὰ περασµένα ὅσο καὶ ἡ γραπτή. Τὸ
ἴδιο καὶ ἡ ποίηση.
Εἶναι γιὰ µένα σηµαντικὸ τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ Σουηδία θέλησε νὰ τιµήσει
καὶ τούτη τὴν ποίηση καὶ ὅλη τὴν ποίηση γενικά, ἀκόµη καὶ ὅταν
ἀναβρύζει ἀνάµεσα σ’ἕνα λαὸ περιορισµένο.
Γιατί πιστεύω πὼς τοῦτος ὁ σύγχρονος κόσµος ὅπου ζοῦµε, ὁ
τυρρανισµένος ἀπὸ τὸ φόβο καὶ τὴν ἀνησυχία, τὴ χρειάζεται τὴν ποίηση.
Ἡ ποίηση ἔχει τὶς ρίζες της στὴν ἀνθρώπινη ἀνάσα – καὶ τί θὰ
γινόµασταν ἂν ἡ πνοή µας λιγόστευε;
Εἶναι µία πράξη ἐµπιστοσύνης – κι ἕνας Θεὸς τὸ ξέρει ἂν τὰ δεινά µας
δὲν τὰ χρωστᾶµε στὴ στέρηση ἐµπιστοσύνης.
Παρατήρησαν, τὸν περασµένο χρόνο γύρω ἀπὸ τοῦτο τὸ τραπέζι, τὴν πολὺ
µεγάλη διαφορὰ ἀνάµεσα στὶς ἀνακαλύψεις τῆς σύγχρονης ἐπιστήµης καὶ
στὴ λογοτεχνία. παρατήρησαν πὼς ἀνάµεσα σ’ ἕνα ἀρχαῖο ἑλληνικὸ δράµα
καὶ ἕνα σηµερινό, ἡ διαφορὰ εἶναι λίγη. Ναί, ἡ συµπεριφορὰ τοῦ
ἀνθρώπου δὲ µοιάζει νὰἔχει ἀλλάξει βασικά. Καὶ πρέπει νὰ προσθέσω πὼς
νιώθει πάντα τὴν ἀνάγκη ν’ ἀκούσει τούτη τὴν ἀνθρώπινη φωνὴ ποὺ
ὀνοµάζουµε ποίηση. Αὐτὴ ἡ φωνὴ ποὺκινδυνεύει νὰ σβήσει κάθε στιγµὴ ἀπὸ
στέρηση ἀγάπης καὶ ὁλοένα ξαναγεννιέται. Κυνηγηµένη, ξέρει ποὺ νὰ’βρει καταφύγιο, ἀπαρνηµένη, ἔχει τὸ ἔνστικτο νὰ πάει νὰ ριζώσει στοὺς
πιὸ ἀπροσδόκητους τόπους. Γι’ αὐτὴ δὲν ὑπάρχουν µεγάλα καὶ µικρὰ µέρη
τοῦ κόσµου. Τὸ βασίλειό της εἶναι στὶς καρδιὲς ὅλων τῶν ἀνθρώπων τῆς
γῆς. Ἔχει τὴ χάρη ν’ ἀποφεύγει πάντα τὴ συνήθεια, αὐτὴ τὴ βιοµηχανία.
Χρωστῶ τὴν εὐγνωµοσύνη µου στὴ Σουηδικὴ Ἀκαδηµία ποὺ ἔνιωσε αὐτὰ τὰ
πράγµατα, ποὺ ἔνιωσε πὼς οἱ γλῶσσες, οἱ λεγόµενες περιορισµένης
χρήσης, δὲν πρέπει νὰ καταντοῦν φράχτες ὅπου πνίγεται ὁ παλµὸς τῆς
ἀνθρώπινης καρδιᾶς, ποὺ ἔγινε ἕνας Ἄρειος Πάγος ἱκανός νὰ κρίνει µὲ
ἀλήθεια ἐπίσηµη τὴν ἄδικη µοίρα τῆς ζωῆς, γιὰ νὰ θυµηθῶ τὸν Σέλλεϋ,
τὸν ἐµπνευστή, καθώς µᾶς λένε, τοῦ Ἀλφρέδου Νοµπέλ, αὐτοῦ τοῦ ἀνθρώπου
ποὺ µπόρεσε νὰ ἐξαγοράσει τὴνἀναπόφευκτη βία µὲ τὴ µεγαλοσύνη τῆς
καρδιᾶς του.
Σ’ αὐτὸ τὸν κόσµο, ποὺ ὁλοένα στενεύει, ὁ καθένας µας χρειάζεται ὅλους
τούς ἄλλους. Πρέπει ν’ ἀναζητήσουµε τὸν ἄνθρωπο, ὅπου καὶ νὰ
βρίσκεται.
Ὅταν στὸ δρόµο τῆς Θήβας, ὁ Οἰδίπους συνάντησε τὴ Σφίγγα, κι αὐτὴ τοῦ
ἔθεσε τὸ αἴνιγµά της, ἡ ἀπόκρισή του ἦταν: ὁ ἄνθρωπος. Τούτη ἡ ἁπλὴ
λέξη χάλασε τὸ τέρας. Ἔχουµε πολλὰ τέρατα νὰ καταστρέψουµε.  Ἂς
συλλογιστοῦµε τὴν ἀπόκριση τοῦ Οἰδίποδα.»

Ομιλία του Γιώργου Σεφέρη κατά την τελετή παραλαβής του Βραβείου
Νόμπελ Λογοτεχνίας, 11 Δεκεμβρίου 1963